Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Δύο κονιάκ ακόμα

Όσο η ζωηρή φλόγα του ζίππο αναπτήρα του αγκάλιαζε το εργοστασιακό τσιγάρο που έβγαλε από την ασημένια ταμπακιέρα και τοποθέτησε περιτέχνως ανάμεσα στα ροζιασμένα χείλη του, ο Τζόναθαν με δέος παρατηρούσε την φιέστα χρωμάτων που παρήγαγε η αντανάκλαση του φωτός του κεντρικού πολυελαίου του μαγαζιού στα εκατοντάδες μπουκάλια του μπαρ.

Θρονιασμένος σε μια γωνιακή πολυθρόνα του επίσης γωνιακού μαγαζιού, προσπαθούσε με τα εκφραστικά καστανά μάτια του να παρατηρήσει κάθε σπιθαμή του περιβάλλοντα χώρου του, αλλά και των παρακείμενων θαμώνων του μπαρ. Ίσως να ήταν το αλκοόλ που έρεε χειμαρρωδώς στις φλέβες του ύστερα από πολλούς γύρους παλιού ιρλανδικού κονιάκ, ίσως να ήταν η αγάπη του για το βίντατζ και το κλασσικό. Σίγουρα όμως , σε αυτή του την ξαφνική περιέργεια για καθετί γύρω του, συνέβαλλε τα μέγιστα η αμηχανία που τον κατέκλυζε εξαιτίας της μορφής που έστεκε με τέτοια κομψότητα σε μια από τις πολυάριθμες υπερυψωμένες καρέκλες πλάι στον πάγκο του μπαρ.

Μελαψή, νέα, με βλέμμα επιβλητικό μεν, πράο και νοσταλγικό δε. Μια φιγούρα που συνδύαζε τη φλόγα της ανατολής και τον δυτικό καθωσπρεπισμο, ένα αμάλγαμα ερωτισμού, ποίησης και μιας βαθύτερης σοφίας. Τουλάχιστον για εκείνον, αυτά συμβόλιζε η συγκεκριμένη παρουσία. Και αυτά ήταν αρκετά για να τον κρατήσουν στα πόδια του, πράγμα ιδιαιτέρως δύσκολο την στιγμή εκείνη.
Παρά τις σωματικές αντιξοότητες όμως που απέρρεαν από το αλκοόλ και τις αναστολές του, κατάφερε να σταθεί εμπρός της, να στοιχηθεί στρατιωτικά σχεδόν, να ισιώσει το δερμάτινο σακάκι του και να αρθρώσει κάποιες λέξεις προκειμένου να εκφράσει με τις λιγοστές πνευματικές δυνάμεις που του είχαν απομείνει και όσο πιο κομψά μπορούσε το ενδιαφέρον του για αυτή.

Εκείνη μειδίασε και του έγνεψε να καθίσει δίπλα της. Όμως προτού βαδίσει προς το μέρος της, ένιωσε στο δεξί του μάγουλο ένα δυσθεώρητο βάρος το οποίο τον ανάγκασε να χάσει τις αισθήσεις του, τις λιγοστές που είχαν απομείνει ενεργές. Τα τελευταία πράγματα που κατάφερε να ακούσει όσο τα βλέφαρα του χαμήλωναν ήταν κραυγές και ένα βίαιο άνοιγμα της πόρτας το οποίο ακολούθησαν περισσότερες φωνασκίες και βωμολοχίες. Σίγουρα κάποιος παλιός του αλκοολικός γνώριμος θέλησε να ξεκαθαρίσει τις διαφορές τους με μια ιδιαιτέρως επίπονη για τον ίδιο γροθιά. 

Όταν η αυλαία σηκώθηκε ξανά, ο Τζόναθαν βρισκόταν με την πλάτη στον ξύλινο πάγκο του μπαρ και ένα ανθρώπινο ημικύκλιο το οποίο παρατηρούσε κάθε του κίνηση είχε σχηματιστεί γύρω του. Συγκέντρωσε όλη την δύναμη του και ακόμα περισσότερη στα κουρασμένα χέρια του προκειμένου να σηκωθεί, μόνο και μόνο για να πλημμυριστεί από ένα αινιγματικό γυναικείο άρωμα. Ρίχνοντας το βλέμμα του αριστερά του αντίκρυσε την πολυποθητή φιγούρα για την οποία είχε διασχίσει το χολ το μαγαζιού και είχε δεχθεί εκείνο το δεξιοτεχνικό κροσέ. Οι λέξεις που εξήλθαν από τα λάγνα της χείλια ένιωσε να τον αναγεννούν. "Μην ανησυχείς αγάπη, το πρόσωπο σου είναι ακόμα έξοχο. Λοιπόν, δύο κονιάκ;" 

1 σχόλιο: