Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Σαν φθινοπωρινή μπόρα


Ποτέ δεν είχε τόσο κόσμο Τρίτη βράδυ στην παμπ του Jack. Και όσο σκεφτόταν ότι λίγες μοναχικές στιγμές στο αγαπημένο του μαγαζί ίσως ν' ανάβανε ξανά τη σπίθα της δημιουργίας μέσα του, η θέα και ο ήχος που ο όχλος δημιουργούσε τον αρρώσταινε λεπτό το λεπτό. Ξαφνικά ένιωθε ένα βάρος, ακριβώς λίγο πάνω από τα βλέφαρα του, και οι παλάμες του ιδρωμένες, έκαναν μούσκεμα τις πετσέτες που σπασμωδικά προσπαθούσε να πιάσει για να σκουπίσει το μέτωπο του.

Τι είχε συμβεί; Είχε να το λέει για την ψυχραιμία με την οποία συνήθιζε να αντιμετωπίζει τις τρικυμίες που το επιφύλασσε η ζωή. Εκατοντάδες φορές, δεκάδες διαφορετικοί εκδότες είχαν απορρίψει τα γραπτά του, άλλοι τον είχαν χλευάσει ή δεν του έδιναν καμία σημασία - και αυτό τον πλήγωνε περισσότερο από κάθε τι άλλο. Μα τώρα κάτι είχε αλλάξει.

Το ονειρικό για αυτόν κάποτε κέντρο του Λονδίνου, με τον ομιχλώδη ουρανό και τη βροχή που τόσο αγαπούσε δεν μπορούσαν να γεννήσουν στο μυαλό του τις εικόνες που αποζητούσε, και το υποσυνείδητο στέρεψε από ιδέες, καθώς τα όνειρα του αραιά και κάπως βαρετά.

Αδιανόητη και πρωτόγνωρη συγκυρία, καθώς η πένα συνήθιζε να χορεύει ρυθμικά στους σκοπούς που συνέθεταν οι χορδές του λογικού του. Όμως οι αντιξοότητες οι υλικές - γιατί πως μπορούσε το μυαλό να τον προδώσει ποτέ - φαίνεται πως σπάγαν τις χορδές μία μία όσο περνούσανε τα χρόνια.

Ίσως έπρεπε να ακολουθήσει την συμβουλή του πατέρα του τελικά. Όπως κάθε αρσενικό μέλος της οικογένειας πριν από αυτόν, έπρεπε και εκείνος να γίνει δικηγόρος και να κρατήσει το γραφείο, του οποίου όμως ομολογουμένως η αίγλη είχε αρχίσει να φθίνει τα τελευταία χρόνια.

Η ατμόσφαιρα είχε γίνει ανυπόφορη, και ευτυχώς το διαμέρισμα του δεν ήταν πολύ μακριά, οπότε η αποχώρηση ήταν μονόδρομος. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει, και βέβαια σε αυτό συνέβαλαν τα τέσσερα ποτήρια μπράντι που με περίσσεια ευκολία άδειασε πριν από λίγο.

Η ξύλινη, κεντρική πόρτα της πολυκατοικίας στην οποία έμενε τους τελευταίους πέντε μήνες δεν ήταν ποτέ άλλοτε τόσο βαριά και πελώρια. Κάποια στιγμή, μετά από υπεράνθρωπη προσπάθεια (ή έτσι του φάνηκε) άνοιξαν οι πύλες για το βασίλειο του και σαν δεύτερος Καίσαρας ή Μέγας Αλέξανδρος προέλασε ανάμεσα στους σωρούς από σκουπίδια και αποφάγια που είχαν υψωθεί στο σαλόνι του.

Η πλήρης αποτύπωση σε εικόνες του ανθρώπινου τέλματος, σκέφτηκε. Ένιωθε ξοφλημένος, απογοητευμένος, και με κάθε χτύπο του ρολογιού τον κυρίευε ολοένα και περισσότερο μια έντονη αίσθηση φόβου. Ένας διάχυτος, γενικευμένος φόβος ο οποίος είχε τρυπώσει κάτω από το δέρμα του και περπατούσε προς κάθε κατεύθυνση, σαν να ήθελε να αποσπάσει από αυτόν τον έλεγχο του ίδιου του σώματος του.

Έπρεπε να το τελειώσει. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Μαζί με τον εαυτό του θα έπαιρνε μαζί και τον Φόβο, θα τον νικούσε με κάθε τίμημα, γιατί ήταν πιο δυνατός. Δεν έπρεπε να συνεχιστεί αυτό, δεν έπρεπε.

Τώρα ο Φόβος έφτασε στα μάτια του και τον παραπλανούσε, ώστε να κλαίει με λυγμούς, μα δεν ήταν αυτός! Όχι όχι, αυτός δεν θα μπορούσε ποτέ να κλάψει, ποτέ. Ήθελε μόνο όλο αυτό κάπως να τελειώσει.

Έψαχνε με αγωνία, μούσκεμα από τον ιδρώτα και το κλάμα, απεγνωσμένα το μικρό του Κόλτ στο πάτωμα, ανάμεσα σε προχειρογραμμένα σενάρια και γράμματα των γονιών του που ποτέ δεν άνοιξε. Πως θα μπορούσε να απαντήσει άλλωστε, ήταν ένα μηδέν πια και ντρεπόταν να το περιγράφει με λόγια.

Άρχισε να τα σκίζει, να τα δαγκώνει, να χαθούν από μπροστά του. Μέσα στα γράμματα όμως ένα δεν ήταν από τους γονείς του. Ένα ήταν από άγνωστη διεύθυνση, από μια κυρία ονόματι Φρίντα. Μέσα στη στιγμή εκείνη της σύγχυσης, ένιωσε για λίγα δευτερόλεπτα το μυαλό του να καθαρίζει. Ήταν μήνες από την τελευταία φορά που μίλησε με ένα καινούριο πρόσωπο, και αυτό το γράμμα, έστω και από απόσταση, ήταν ένας νέος άνθρωπος που ήθελε να επικοινωνήσει.

"Κύριε Τζόναθαν, επιτρέψτε μου να απευθύνομαι σε σας με το μικρό σας, αλλά πάντα σε πληθυντικό. Από την μια γιατί σας σέβομαι απεριόριστα, αλλά από την άλλη γιατί σας νιώθω σαν οικογενειακό φίλο. Το τελευταίο βιβλίο σας ήταν για μένα μια εμπειρία που πραγματικά άλλαξε τον τρόπο που βλέπω την ζωή, τον τρόπο που ζω. Ταυτίστηκα με την ηρωίδα από τις πρώτες σελίδες, ένιωσα πως κάποιος επιτέλους με γνωρίζει, κάποιος ξέρει πως είναι... Σας ευχαριστώ.

Έχουν περάσει 4 χρόνια, πότε θα έχω την χαρά να διαβάσω ξανά κάτι δικό σας; Μόλις το νέο σας βιβλίο κυκλοφορήσει, θα το διαβάσω την πρώτη μέρα κιόλας!

Με αγάπη, Φρίντα"

Τα δάκρυα του άρχισαν να διαλύουν το μελάνι, και οι λέξεις χάθηκαν σιγά σιγά. Όμως πρόλαβε να διαβάσει τα πάντα, και θυμόταν τα πάντα.

Σηκώθηκε γρήγορα γρήγορα και τρεκλίζοντας έφτασε στο μπάνιο. Ανοίγοντας την πόρτα της μπανιέρας σωριάστηκε αφού οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν, κατάφερε όμως με ότι του είχε απομείνει να τραβήξει το χερούλι και παγωμένο νερό να πέσει πάνω του σαν τις πρώτες φθινοπωρινές μπόρες του Λονδίνου.

Όταν είχε πια συνέλθει, σηκώθηκε, καθάρισε όσο περισσότερο μπορούσε το σαλόνι του μέχρι να κουραστεί και έφτιαξε ένα ζεστό, γαλλικό καφέ. Είχε αρχίσει να ξημερώνει, όταν η πένα του, κινούμενη πάνω σε ένα λευκό χαρτί στο γραφείο του σχημάτιζε τις λέξεις "Στην Φρίντα, που με γνωρίζει, που ξέρει πως είναι...".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου